Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Για ένα ανατρεπτικό πλειοψηφικό ρεύμα

Γράφουν
οι Νίκος Αλιβιζάτος
και Λουκάς Τσούκαλης*

Αυτές τις μέρες κρίνεται το μέλλον της χώρας.
Οι συνθήκες επιβάλλουν να εγκαταλείψουμε παλιές αγκυλώσεις και στερεότυπα και να δούμε τα πράγματα με ξεκάθαρο μυαλό.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει ό,τι κέρδισε με κόπο και θυσίες όλων των μεταπολεμικών γενιών.
Δεν πρόκειται απλώς για μια οικονομική κρίση, έστω πολύ βαθιά, αυτό που ζούμε τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι το τέλος μιας εποχής, η κατάρρευση
ενός ολόκληρου συστήματος διακυβέρνησης που μας οδήγησε στη χρεοκοπία.
Tα δύο κόμματα εξουσίας, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., φαίνονται να κλείνουν τον ιστορικό τους κύκλο.
To μεν πρώτο, μετά την ατυχή κατάληξη της διετούς πρωθυπουργίας του κ. Παπανδρέου, έχει χάσει την αξιοπιστία του. Πολύ δύσκολα θα την ξαναβρεί, έστω και με νέα ηγεσία.
Όσο για τη δεύτερη, με τον κ. Σαμαρά να μην μπορεί να διαφοροποιηθεί από την ακραία λαϊκιστική πτέρυγά της, αδυνατεί να προτείνει ένα στοιχειωδώς συνεπές σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Δεν χρειάζεται να έχει εντρυφήσει κανείς πολύ στην Ιστορία της νεότερης Ελλάδας για να εντοπίσει το σταθερότερο χαρακτηριστικό της κοινωνικής της διάρθρωσης: τον κατακερματισμό σε αλληλοσυγκρουόμενες φατρίες και οικογένειες που, για την κατάκτηση και τη νομή της εξουσίας, είναι έτοιμες να παραβιάσουν τους γραπτούς και άγραφους νόμους της κοινωνικής συμβίωσης.
Το πελατειακό σύστημα, που από παλιά διαβρώνει τα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος, οφείλει την επιβίωσή του ώς τις μέρες μας σε αυτό το φαινόμενο.
Μετά το 1974, βέβαια, εμφανίσθηκαν και στη χώρα μας μαζικά κόμματα «νέου» τύπου.
Εν τούτοις, η αποτυχία του εκδημοκρατισμού τους, διαιώνισε τον κατακερματισμό και, όπως παρατηρεί ο Νίκος Μουζέλης, εξέθρεψε την αδιαφάνεια και τη διαφθορά.

Από την άλλη, η συγκρουσιακή τάση του πολιτικού συστήματος και ο πλειοψηφικός χαρακτήρας του νεοελληνικού κοινοβουλευτισμού, δεν ευνόησαν την κουλτούρα της συναίνεσης, που σημάδεψε την πολιτική ιστορία των περισσότερων κρατών της βόρειας και της κεντρικής Ευρώπης.
Ετσι, στην Ελλάδα η λέξη «συμβιβασμός» είναι αρνητικά χρωματισμένη -σχεδόν ισοδύναμη με τη λέξη «προδοσία»- και οι συμμαχικές κυβερνήσεις απαξιωμένες στο συλλογικό υποσυνείδητο ενός λαού εθισμένου στις «κάθετες» αντιπαραθέσεις, ακόμη και όταν διακυβεύονται ασήμαντα ζητήματα.

Μακάρι η κυβέρνηση Παπαδήμου να αποτελέσει μια ιστορική τομή, σε μια εξαιρετικά δύσκολη εποχή προσαρμογής για τη χώρα, που απαιτεί ευρύτερες συνεργασίες και συναινέσεις.
Τα δύο ανωτέρω θεμελιώδη χαρακτηριστικά της νεοελληνικής πολιτικής Ιστορίας -ο κατακερματισμός και η παράδοση των «μετωπικών» αντιπαραθέσεων- είχαν καταστήσει παράγοντα σταθερότητας τα μεγάλα κόμματα και τον λεγόμενο «δικομματισμό».
Από τον 19ο αιώνα, η χώρα προχώρησε μπροστά όταν εναλλάσσονταν δύο κόμματα -ή, έστω, δύο παρατάξεις- στην εξουσία.
Και τούτο, παρά την έλλειψη συνοχής στο εσωτερικό τους και την ακραία πόλωση που η αντιπαράθεσή τους συχνά προκάλεσε. Σε τούτο συνέτεινε και η παρουσία μιας σειράς πολιτικών ανδρών πέραν του συνήθους μέτρου, οι οποίοι κατόρθωσαν, επί μακρά διαστήματα, να συνεγείρουν τον «πατριωτισμό» των πολιτευομένων και να τους εντάξουν σε σταθερότερες συσπειρώσεις.

Σήμερα, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, ενώ τα κόμματα της Αριστεράς -συμπεριλαμβανομένης και της ΔΗΜΑΡ του κ. Φ. Κουβέλη- δεν ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στη διακυβέρνηση του τόπου.
Μάλλον προτιμούν την ανέξοδη διαμαρτυρία.

Διερωτάται λοιπόν κανείς ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις που προσφέρονται στον Έλληνα πολίτη, ο οποίος είναι έτοιμος να κάνει μεγάλες θυσίες.
Λύση δεν προσφέρουν ούτε τα υφιστάμενα μεγάλα κόμματα, έστω και αν στο εσωτερικό τους υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις.
Η διάβρωσή τους από στερεότυπα και πελατειακές συμπεριφορές και ο δισταγμός τους μπροστά στο λεγόμενο «πολιτικό κόστος» είναι τόσο βαθιά, που κάθε προσπάθεια για τη μετάλλαξή τους εκ των ένδον να φαίνεται εκ προοιμίου καταδικασμένη.
Πολλοί πλέον μιλάνε για την αναγκαιότητα ίδρυσης ενός νέου κόμματος, απαλλαγμένου από τα δεσμά του παρελθόντος, με ξεκάθαρες θέσεις για το μέλλον.
Και αρκετοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι στο κόμμα αυτό δεν θα είχαν θέση οι παλαιοί πολιτικοί. Διότι, φθαρμένοι καθώς είναι από τη διαχείριση της εξουσίας, θα του στερούσαν την «καθαρότητα» εκείνη που συνιστά το μεγάλο ατού του.
Η λύση αυτή, όσο ελκυστική και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, νομίζουμε ότι δεν είναι ρεαλιστική. Αλλωστε, όπως αποδεικνύει εξ αντιδιαστολής το παράδειγμα στο Γουδί (1909), αλλά και της Μεταπολίτευσης του 1974, υπό συνθήκες κοινοβουλευτικής ομαλότητας, αξιόλογα κόμματα με παρθενογένεση δεν δημιουργούνται, αλλά μόνον ύστερα από εκτροπές, τις οποίες κανείς δεν εύχεται. Ούτε βεβαίως χρειαζόμαστε ένα ακόμη μικρό κόμμα που θα επιτείνει τον κατακερματισμό και την αστάθεια.

Πιστεύουμε αντίθετα ότι η χώρα χρειάζεται τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα που θα συσπειρώσει μεταρρυθμιστικές και φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις από το ΠΑΣΟΚ, τη Ν.Δ. και την ανανεωτική Αριστερά, αλλά κυρίως που θα μπορέσει να ενεργοποιήσει πολίτες, ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς, που βρίσκονται σήμερα εκτός πολιτικής, είτε γιατί πίστεψαν λανθασμένα ότι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τις συνθήκες μιας ιδιωτικής ευημερίας σε ένα φαύλο σύστημα διακυβέρνησης είτε γιατί θεωρούσαν το παιχνίδι της πολιτικής βρώμικο.
Πιστεύουμε ότι είναι πολλοί αυτοί, ειδικά οι νέοι, που δεν έχουν σήμερα πολιτική έκφραση.
Η συμμετοχή προσώπων από τα υφιστάμενα κόμματα, που έχουν δώσει δείγματα μεταρρυθμιστικού πνεύματος, φιλοευρωπαϊσμού και συνέπειας, θα βοηθούσε σημαντικά, αν και ακόμη δεν φαίνεται ρεαλιστική.
Διότι θα προσέφερε στις νέες εκείνες δυνάμεις, που θα αποφάσιζαν να κινητοποιηθούν, τα εχέγγυα του επαγγελματισμού που είναι απαραίτητα για ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα.
Μεταξύ, λοιπόν, του αιθεροβάμονος καινούργιου και του καθηλωμένου παλαιού, ζητούμενο δεν είναι η ίδρυση ενός ακόμη μικρού κόμματος, αλλά η διάδοση ενός ανατρεπτικού τρόπου σκέψης, με ρηξικέλευθες προτάσεις επί των συγκεκριμένων.
Μιας καινούργιας νοοτροπίας η οποία, μιλώντας τη γλώσσα της αλήθειας, θα έδινε ελπίδα και θα ευνοούσε τη δημιουργία ενός μεγάλου πλειοψηφικού ρεύματος, ικανού να θέσει στο περιθώριο το ένα ή και τα δύο μεγάλα κόμματα, που οδήγησαν τη χώρα στον γκρεμό.
Μας λένε ότι οι συνθήκες δεν είναι ακόμη ώριμες για ένα τέτοιο ξεκίνημα.
Πιθανόν να έχουν δίκιο.
Οι δυνάμεις της αδράνειας είναι ισχυρές.
Η δική μας όμως αγωνία είναι ότι δεν υπάρχει πια πολύς χρόνος.
Μεθαύριο, μπορεί να είναι αργά.


  • * Οι Νίκος Κ. Αλιβιζάτος και Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
  • Μετέχουν και οι δύο στην πρωτοβουλία «Για την Ελλάδα, τώρα!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου