Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Ένας Τζορτζ που απλά ήταν ο…Μπεστ!

Σαν σήμερα έφυγε
πριν έξι χρόνια ο γητευτής της μπάλας!

Το επίθετό του σήμαινε πολύ απλά, ο καλύτερος.
Και πράγματι ήταν.
Ο κορυφαίος μπαλαδόρος που ανέδειξε το βρετανικό νησί.
Ο Τζορτζ Μπεστ, περί ου ο λόγος, «έφυγε» σαν σήμερα πριν έξι χρόνια από τον μάταιο τούτο κόσμο.
Νέος; Ναι. Μόλις 59 χρόνων.
Χορτάτος; Ναι. Από δόξα, από χρήματα, από μπάλα, από τζόγο, από γυναίκες και φυσικά από τόνους αλκοόλ…
Έμαθε μπάλα στις γειτονιές του Μπέλφαστ, μέσα στο στενόχωρο γκαράζ του σπιτιού του.
Έκανε ντρίμπλες στα
 εργαλεία που είχαν εναποθέσει εκεί οι γονείς του, με ένα μπαλάκι …του τένις!
Έκανε κι όνειρα.
Μέχρι που τον είδε να παίζει σε ένα χωράφι ο σκάουτερ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Μπομπ Μπίσοπ.
Ήταν δεν ήταν 15 ετών όταν πέρασε την πύλη του Ολντ Τράφορντ για να τον δει και να τον δοκιμάσει ο μέγας Ματ Μπάσμπι.
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Μπεστ έγραψε την αυτοβιογραφία του (για να μαζέψει χρήματα για τζόγο και ουίσκι), ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα συνάντησε τον Θεό!
Ο Ματ Μπάσμπι, με το έμπειρο μάτι του, δεν περίμενε να τον δει περισσότερο από πέντε λεπτά.
Έτριψε με ευχαρίστηση τα χέρια του, κούνησε με θαυμασμό το κεφάλι του συγκαταβατικά κι ο μικρός Βορειοιρλανδός πέρασε για τα καλά στα αποδυτήρια του «θεάτρου των ονείρων».
Ξεκίνησε να «μαγεύει» αγωνιζόμενος στα φυτώρια της Μάντσεστερ.
Η αγαπημένη του άσκηση ήταν να εκτελεί φάουλ από 25 μέτρα με σκοπό, όχι να επιτύχει γκολ, αλλά το δοκάρι (!!!) και μάλιστα με τόση δύναμη ώστε η μπάλα να επιστρέφει στα πόδια του!
Σε αντίθεση με όσα συνέβησαν αργότερα στην καριέρα του, έμενε με τις ώρες στο γήπεδο, κάνοντας αδιάκοπα και ακούραστα προπόνηση.

Σε ηλικία 18 ετών, υπογράφει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο και τον Δεκέμβριο του 1963 «ματώνει» για πρώτη φορά τα αντίπαλα δίκτυα και δη της Μπέρνλι.
Αμέσως, παίρνει θέση βασικού και εν ριπή οφθαλμού δημιουργείται η περίφημη «Αγία Τριάδα» της Μάντσεστερ, με τους Μπεστ, Μπόμπι Τσάρλτον και Ντένις Λόου.
Στο νησί, η φήμη του εξαπλώνεται ταχύτατα.
Το ίδιο και στην Ευρώπη, όπου παρά τα διαφορετικά τότε δεδομένα και τις άλλες συνθήκες με τα λιγότερα παιγνίδια και την έλλειψη τηλεόρασης, ο Τζωρτζ Μπεστ κτίζει μια απίστευτη φήμη.
Αναγκάζει ακόμη και τους συντηρητικούς «Τimes» να ασχοληθούν με την ποδοσφαιρική ευφυΐα του μακρυμάλλη πιτσιρικά.
Καθημερινά, στο Ολντ Τράφορντ, καταφθάνουν εκατοντάδες γράμματα θαυμαστριών του.
Αρχίζει να επενδύει τα πρώτα του χρήματα σε γρήγορα αυτοκίνητα, τα οποία άλλαζε κάθε μήνα.
Αρχίζει να ξεχνά τι σημαίνει ύπνος και ξεκούραση γυρίζοντας στα μπαρ κάθε βράδυ με άλλη συνοδό.
Το 1968, οδηγεί τη Μάντσεστερ στο κύπελλο πρωταθλητριών κι ο ίδιος κερδίζει την «Χρυσή μπάλα», ενώ βλέπει το κέρινο ομοίωμά του να κοσμεί το μουσείο της Μαντάμ Τισό.

Την επόμενη περίοδο, ο μόνος άνθρωπος που τον τιθάσευε, ο Ματ Μπάσμπι αποχωρεί από τον πάγκο της Μάντσεστερ κι ο Τζορτζ Μπεστ αρχίζει τη μεγάλη του περιπέτεια με το αλκοόλ.
Ο ίδιος έχει γράψει ότι ηδονιζόταν με τη σκέψη ότι θα ήταν ο τελευταίος που θα πήγαινε για ύπνο, από τις παρέες του στα μπαρ.
Η κορύφωση της προσωπικής του ασωτίας, ήταν το 1969, όταν η Μάντσεστερ έπαιζε ημιτελικό του κυπέλλου πρωταθλητριών (νυν Τσάμπιονς Λιγκ) κι ο Τζώρτζ Μπεστ ήταν …εξαφανισμένος.
Κάποιος παπαράτσι, τον ανακάλυψε στην…Τενερίφη, αγκαλιασμένο με την ηθοποιό Σούζαν Τζορτζ.
Το αλκοόλ, είχε πια αντικαταστήσει για τα καλά την πρώτη του αγάπη.
Το ουίσκι, υποκατέστησε τη  μπάλα.
Οι γυναίκες και το αχαλίνωτο σεξ κέρδισαν έδαφος σε βάρος του ποδοσφαίρου.
Μια ιστορία που ανέδειξαν τα βρετανικά ταμπλόιντ, αφορά το τι είχε συμβεί λίγο πριν την έναρξη του αγώνα κυπέλου με την Νορθάμπτον, το 1970, αλλά και στο ημίχρονο αυτού.
Τότε, όλη η ομάδα της Μάντσεστερ έφτασε στα αποδυτήρια, αλλά ο Μπεστ ήταν απών.
Τον βρήκαν πέντε λεπτά πριν την έναρξη να κάνει σεξ σ’ ένα υπόγειο του γηπέδου, με μια υπάλληλο της ομάδας.
Στο ημίχρονο…ξαναχάθηκε.
Τον βρήκαν λίγο πριν την έναρξη σε ένα γραφείο, να κάνει σεξ με μια άλλη υπάλληλο.
Η ανοχή του προπονητή του (Μακ Γκίνες), του επέτρεψε να αγωνιστεί και μάλιστα σημείωσε…6 (έξι!!!) γκολ, στην νίκη με 8-2 της Μάντσεστερ.  
Τότε, οι επιστήμονες που έλεγαν ότι το σεξ επηρεάζει τη ζωή των αθλητών, έσκισαν τα πτυχία τους.

Η πορεία του άρχισε να φθίνει.
Σκάνδαλα με γυναίκες, αλκοόλ, καυγάδες και λίγη μπάλα, ήταν πια η καθημερινότητά του.
Κάθε λίγο και λιγάκι, είτε σε ήρεμη κατάσταση, είτε υπό την επήρεια του ουίσκι, δήλωνε ότι σταματάει το ποδόσφαιρο.
Το έπραξε το 1974, όταν πλέον τα καμώματά του άρχισαν να μη γίνονται ανεκτά στη Μάντσεστερ.
Στις 5 Ιανουαρίου, δακρυσμένος, ανέφερε ότι αλλάζει σελίδα στη ζωή του κι ότι στη  νέα δεν περιλαμβάνεται η αγαπημένη του ομάδα.

Άρχισε να αλλάζει ομάδες σαν τα πουκάμισα. Σχεδόν όπως άλλαζε ερωτικές συντρόφους.
Κάποια στιγμή βρέθηκε στις ΗΠΑ.
Άφραγκος! Χωρίς τα φλας των παπαράτσι στο κατώφλι του. Χωρίς πρωτοσέλιδα. Χωρίς δόξα.
Για να ικανοποιήσει την ακόρεστη δίψα του για ουίσκι, κλέβει ένα πορτοφόλι, συλλαμβάνεται και οδηγείται για τα περαιτέρω.
Ζει την απόλυτη πτώση.
Την καταστροφή.
Οδηγείται σε κλινική αποτοξίνωσης, αλλά το σκάει και γυρίζει στην Αγγλία.
Λίγο καιρό μετά, συλλαμβάνεται να οδηγεί τύφλα στο μεθύσι.
Οδηγείται δυο μήνες στη φυλακή!
Κι όταν βγαίνει, φτου κι απ’ την αρχή.
Στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα, συλλαμβάνεται και πάλι μεθυσμένος.
Οδηγείται σε νοσοκομεία, σε κέντρα αποτοξίνωσης.
Όλες οι εξετάσεις δείχνουν ότι το ποσοστό αίματος και αλκοόλ στον οργανισμό του ήταν 50-50 !
Ο Τζωρτζ Μπέστ, βιώνει την απόλυτη παρακμή και κάνει σκέψεις ακόμη και για αυτοκτονία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, κάποιοι φίλοι του τον οδηγούν, σχεδόν με το ζόρι σε νοσοκομείο και υποβάλλεται σε μεταμόσχευση ήπατος.
Χαμένος κόπος!
Το πάθος του ήταν ανίκητο.
Η νέα κατάρρευση δεν άργησε.
Καταμεσήμερο της 25ης Νοεμβρίου του 2005, ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι στην αιωνιότητα.

Πως θυμάμαι τον Τζωρτζ Μπεστ


Ήταν μια φθινοπωρινή ημέρα, στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα.
Στον Πειραιά το πρωτοβρόχι είχε πει καλημέρα στους ανθρώπους που ξεκινούσαν για το μεροκάματο κι έτρεχαν να κρυφτούν από τη σαδιστική έντασή του.
Αν δεν ήταν ευγενικοί και καλοαναθρεμμένοι, θα του έλεγαν ένα σωρό μπινελίκια.
Ο ταξιτζής που περίμενε έξω από την παλιά μονοκατοικία της οδού Ομηρίδου, στη Φρεαττύδα, κάπνιζε αρειμανίως και προσπαθούσε να φτιάξει τον μισοχαλασμένο υαλοκαθαριστήρα του σαραβαλιασμένου Όπελ Καντέτ.
- Αεροδρόμιο, του είπε ο θείος Αντώνης, μόλις μπήκαμε μέσα.
Η μάνα μου, μας σταύρωνε καθώς το ταξί ξεκινούσε αφήνοντας πίσω του μια…εξάτμιση καπνό.
Προορισμός το Ολντ Τράφορντ.
Αιτία;
Η Μάντσεστερ και ο παικταράς της!
Ο ανυπέρβλητος μάγος Τζώρτζ Μπεστ!
Η απόλυτη πιτσιρικαρία της εποχής, δεν έχει αφήσει τη μνήμη να κρατήσει πολλές εικόνες.
Ούτε από το Λονδίνο, τον πρώτο προορισμό του αεροπλάνου, ούτε από τη διαδρομή προς το Μάντσεστερ με το τρένο.
Έχει κρατήσει, όμως, εκείνα που η ίδια ήθελε.
Τη μπουτίκ, την κόκκινη φανέλα της Μάντσεστερ, το μαύρο σορτσάκι, τις μαύρες κάλτσες, το μαύρο μπουφάν που αργότερα… θα έκαναν θραύση στο σχολείο.
Έχει κρατήσει κι άλλα.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν ασπρόμαυρα όπως τα βλέπαμε στην τηλεόραση.
Ήταν πολύχρωμα, λες κι ένας ζωγράφος ζωγράφιζε επί τόπου με την παλέτα και τα πινέλα του!
Ήταν μαγικά, γιατί κάθε λίγο και λιγάκι, ο μάγος ζωγράφος έκανε κάτι απρόοπτο, κάτι ξεχωριστό στο λασπωμένο χορτάρι του Ολντ Τράφορντ.
Το μυαλό χανόταν.
Η παιδική αφέλεια, ίσως και ο ρεαλισμός, με έκαναν να λέω στον θείο μου ότι αυτά που κάνει ο μάγος…δεν γίνονται!
Κι όμως!
Γινόντουσαν!
Ο τύπος, Τζώρτζ Μπεστ ο μεγαλοπρεπής θάπρεπε να τον λένε, είχε πάντα το κεφάλι ψηλά.
Υποδεχόταν τη μπάλα και έκανε κοντρόλ με τέτοιο τρόπο που μόνο ένας γητευτής της μπορούσε να κάνει.
Κι αυτή, υπάκουη όπως τα θηλυκά που απαιτούν καλή συμπεριφορά από τον επιβήτορά τους, παραδινόταν στις θελήσεις του.
Ανήμπορη να αντιδράσει και να κάνει τα κόλπα της, λες και της είχε δώσει ψυχή κι ανάσα!
Της έκανε ντρίμπλες πάνω στη γραμμή του πλαγίου.
Ο αντίπαλος έφευγε εκτός γηπέδου, ο Μπεστ κι η μπάλα του προχωρούσαν.
Κι άλλη ντρίμπλα!
Κι άλλος …εμετός από τον άτυχο που τούλαχε ο κλήρος.
Κι άλλη ζωγραφιά!
Κι άλλη!
Κι άλλη!
Μέχρι την ιαχή!
Γκοοοοοοοοοοολ!
Βest ladies and gentlemen! Best! Best! George Best!
Κι ύστερα αραλίκι με τα χέρια στη μέση.
Βολόδερμα κάπου στο κέντρο του γηπέδου.
Κι εκεί που νόμιζες ότι δεν έπαιζε άλλο, νάσου τον πάλι.
Προσποίηση σαν χορευτής!
Ντρίμπλα!
Κι άλλη προσποίηση!
Κι άλλη ντρίμπλα!
Κι ύστερα το κεφάλι πιο ψηλά.
Κι η πάσα.
Κοφτή, κάθετη, ξυραφιά στην άμοιρη άμυνα.
Κι ύστερα από κάποια δέκατα του δευτερολέπτου η γνωστή ιαχή:
Γκοοοοοοοοοοολ!
Ανεξίτηλη εικόνα στην ψιλοκουρασμένη πια μνήμη μου…

Κι ύστερα, πίσω στις γειτονιές του Πειραιά, ξανά η ασπρόμαυρη τηλεόραση, ξανά οι έγχρωμες εικόνες του γητευτή.
Μαζί με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων:
«Συνελήφθη μεθυσμένος ο Μπεστ»!
«Έκανε προπόνηση στο…μπαρ ο Μπεστ»!
Κι οι γυναίκες.
Η μια, Μις υφήλιος, η άλλη μανεκέν, η τρίτη Θεά, η τέταρτη τσουλίτσα, η πέμτη…η έκτη…η άλλη κι η άλλη κι εκείνη….
Κι η κάτω βόλτα.
Σε ηλικία 26 ετών, τα είχε κάνει όλα…
Μόνο ένα του απέμενε.
Να πιει όλα τα αποθέματα αλκοόλ που είχε ο πλανήτης!
Μπορεί και να τα κατάφερε.
Ποιος ξέρει;
Αλλά ήταν ο μόνος αντίπαλος που δεν νίκησε ποτέ του.
Όταν έφυγε, πριν έξι χρόνια, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου.
Ήταν για τα χαμένα χρόνια της αθωότητας στη συνειδητοποίηση ότι αρχίζουν να «φεύγουν» οι δικοί μου;
Ήταν για όσα ζωγράφισε κάποτε στην παιδική μου μνήμη;
Ήταν από λύπη ότι μόνος του προκάλεσε και προσκάλεσε τον χάρο;
Ποιος ξέρει;

Δεν ξέρω αν οι Θεοί έχουν ανθρώπινες αδυναμίες.
Εκείνο που ξέρω, είναι ότι το φτωχόπαιδο από την Ιρλανδία, άλλαξε το βρετανικό ποδόσφαιρο.
Ανάγκασε τους τσουρουκάδες να βάλουν τη μπάλα κάτω και εκτός από δύναμη να αναγκαστούν να προσθέσουν ψήγματα τεχνικής στο παιχνίδι τους.
Εκείνο που ξέρω, είναι ότι μόνο ο Τζωρτζ Μπεστ, από το βρετανικό ποδόσφαιρο, μπορεί να σταθεί δίπλα στον Πελέ, τον Μαραντόνα, τον Κρόϊφ.
Εκείνο που ξέρω είναι ότι όποιος τον έβλεπε να παίζει, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια τους από πάνω του…



ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΕΣΤ

  • Έχω σταματήσει να πίνω, αλλά μόνο όταν κοιμάμαι.
  • Αν είχα γεννηθεί άσχημος κανείς δεν θα ήξερε τον Πελέ.
  • Το 1969 εγκατέλειψα τις γυναίκες και το αλκοόλ. Ήταν τα χειρότερα 20 λεπτά τις ζωής μου.
  • Ξόδεψα τα περισσότερα χρήματά μου σε ποτά, κορίτσια και γρήγορα αυτοκίνητα. Τα υπόλοιπα απλώς τα σπατάλησα.
  • Θα έδινα όλη την σαμπάνια που έχω πιει στη ζωή μου για να έπαιζα μαζί με τον Ερίκ Καντονά σε ένα μεγάλο ευρωπαϊκό αγώνα στο Ολντ Τράφορντ.
  • Είχα πει κάποτε ότι ο δείκτης νοημοσύνης του Γκασκόιν ήταν μικρότερος από τον αριθμό της φανέλας του και αυτός με ρώτησε: «Τι είναι δείκτης νοημοσύνης;»
  • Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ, δεν έχει καλό αριστερό πόδι, δεν έχει καλή κεφαλιά, δεν μαρκάρει και δεν σκοράρει συχνά. Κατά τα άλλα είναι καλός παίκτης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου