Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Ώρα καλή κυρ Λεωνίδα…

Με ειλικρινή θλίψη, ο γράφων αποχαιρετά τον τελευταίο των πέντε Ανδριανοπουλαίων, τον θρυλικό «Στραβοσουγιά», τον Λεωνίδα, που «έφυγε» σήμερα, λίγες ημέρες μετά τη συμπλήρωση 100 χρόνων, έντιμης και ένδοξης ζωής.
Σαρξ εκ σαρκός του Πειραιά, ανάσα ζωής για την πόλη και φυσικά για τον Ολυμπιακό, ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος, ξεκίνησε για το ταξίδι του στην αιωνιότητα και τη μεγάλη του συνάντηση με τ’ αδέλφια του, τον θρυλικό Ποδάρα, τον Γιώργο, τον Γιάννη (πατέρα του Ανδρέα) και ουσιαστικό ιδρυτή του Ολυμπιακού, που είχε το προσωνύμιο «δάσκαλος»,  τον Ντίνο που είχε το προσωνύμιο «μπουλούκος»και τον Βασίλη, που είχε το παρατσούκλι «κελεμές».
Ο Λεωνίδας είχε το παρατσούκλι «στραβοτσουγιάς», επειδή το σώμα του έγερνε προς τα εμπρός.
Τύχη λαμπρή του γράφοντος η αγάπη του εκλιπόντος.
«Πως μου ξέφυγες κι έγινες Παναθηναϊκός εσύ; Δεν μπορώ να το καταλάβω! Ο παππούς σου κι οι θείοι σου ήταν Εθνικάρες»…,
μου έλεγε πριν ακριβώς έναν χρόνο ο μακαρίτης πια «κυρ» Λεωνίδας, όταν ο Δημήτρης Καπράνος μου εμπιστεύθηκε την παρουσίαση του βιβλίου του, της αυτοβιογραφίας του, με τίτλο «Ο τελευταίος των πέντε».

Τον θυμάμαι, από πιτσιρικάς, με την αρχοντιά να συνοδεύει κάθε του βήμα, να είναι παρών καθημερινά στο μαγαζί της τότε Βασιλέως Κωνσταντίνου (νυν Ηρώων Πολυτεχνείου), πραγματικός κέρβερος της επιχείρησης που έντυνε και ντύνει ακόμη τους Πειραιώτες.

Τον θυμάμαι, να μου κάνει νεύμα σαν να μου λέει «έχει ο καιρός γυρίσματα», όταν του έκανα πλάκα όταν ο Παναθηναϊκός νικούσε τον Ολυμπιακό. Κι είχε δίκιο. Πάντα ο καιρός έχει γυρίσματα. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος…

Τον θυμάμαι να λέει για τον Παναθηναϊκό: «Αφού είμαστε σιαμαίοι. Αυτοί δεν μπορούν χωρίς εμάς κι εμείς είμαστε τίποτα χωρίς εκείνους»…

Τον θυμάμαι, να μιλάει με ειλικρινή αγάπη και σεβασμό για τους παίκτες του Παναθηναϊκού. «Αν δεν ήταν αυτοί», έλεγε, «με ποιον θα παίζαμε;», έλεγε.

Τον θυμάμαι καθημερινά με το «Φως» υπό μάλης, το ευαγγέλιό του, το ευαγγέλιο των απανταχού γαύρων.

Τον θυμάμαι με πόση στοργή και αγάπη αγκάλιασε τον Αριστείδη Καμάρα, όταν ο παλαίμαχος άσσος του Παναθηναϊκού είχε κληθεί να μιλήσει για εκείνον.

Τον θυμάμαι να σκύβει και να μαζεύει ένα περιτύλιγμα σοκολάτας, που πέταξε ένα παιδί στην Πλατεία Κοραή του Πειραιά, ψιθυρίζοντας: «Μα καλά αυτά τα παιδιά δεν έχουν αγωγή απ’ τους γονείς τους;».

Τον θυμάμαι δίπλα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, σε μια επίσκεψή του στη Σχολή Δοκίμων κι εκείνος να του μιλάει για τον αδελφό του, τον Γιώργο, τον δήμαρχο, τον υπουργό, τον πρώτο βουλευτή του στον Πειραιά.

Τον θυμάμαι να «τρέχει» να βοηθήσει τον ανιψιό του, τον Ανδρέα, στα πρώτα του βήματα στην πολιτική, το 1977.

Κι έχω τη βεβαιότητα ότι θα τον θυμάμαι πάντα.
Όπως η αθλητική ιστορία της Ελλάδας, του Πειραιά, του γαύρου….

Καλό ταξίδι, κυρ Λεωνίδα! Καλό ταξίδι! Θα είσαι αθάνατος!

Αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του, που επιμελήθηκε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καπράνος, με τίτλο «Ο τελευταίος των πέντε», εκδόσεις Καστανιώτη.
 "Γεννήθηκα το 1911 από πατέρα Τριπολιτσιώτη και μάνα Αναπλιώτισσα. Ο πατέρας είχε σπουδάσει νομικά. Θα έκανε λαμπρή καριέρα δικηγόρου, αν δεν προέκυπτε κάτι παράξενο στην οικογένεια. Ένας θείος πέθανε ξαφνικά και του άφησε στον Πειραιά ένα κατάστημα "Εδώδιμα - Αποικιακά".
 «Ο Βασίλης που άρεσε στον γυναικόκοσμο!»
 «Ο Γιάννης ήταν ο τεχνίτης, ο απαράμιλλος σχεδιαστής του παιχνιδιού και ο άριστος ντριμπλέρ. Ο Βασίλης ήταν πολύ χρήσιμος στις πάσες και πολύ ωραίος άντρας, αυτός που άρεσε στον γυναικόκοσμο. Ο Ντίνος ήταν μαέστρος στις κοφτές μπαλιές και στην εκμετάλλευση του λεγόμενου "κενού χώρου. Ο Γιώργος, ο ψηλότερος της οικογένειας, ήταν ο γκολτζής. Εγώ ήμουν σκληρός και δυνατός παίκτης και αυτό ήταν που με καθιέρωσε στον Ολυμπιακό»….
 «Τελευταίος (από τους πέντε) στον Ολυμπιακό έμεινα εγώ και αποχώρησα από την ενεργό δράση το 1934, σε ηλικία 23 ετών. Τη δεκαετία του 1930 το ποδόσφαιρο δεν έδειχνε να έχει μέλλον και προκοπή. Παίζαμε μπάλα, δίναμε την ψυχή μας στα γήπεδα, λατρεύαμε τον Ολυμπιακό και τιμούσαμε τη φανέλα, αλλά το όφελος μηδέν, σχεδόν τίποτα»…

 «Στα εκτός έδρας ματς πούλαγα και κοστούμια»
 «Δεν βγάζαμε δραχμή και η φτώχεια ήταν μεγάλη. Πάντως οφείλω να ομολογήσω ότι ακολούθησα ποδοσφαιρική καριέρα μόνο για τα λεφτά. Μπορεί να μην έβγαζα δραχμή, όμως, γνώριζα καλά ότι στο μέλλον θα έπαιρνα το μερίδιο μου... Όταν παίζαμε (μακριά από την Αθήνα) και νικούσαμε, εγώ είχα μαζί μου δείγματα από το μαγαζί και σε χρόνο μηδέν πούλαγα καμιά δεκαριά κοστούμια. Όλη η αγορά με προτιμούσε. Δεν προλάβαινα να παίρνω παραγγελίες: "Λεωνίδα, θέλω αυτό το κασμίρι και άλλα δύο κοστούμια από εκείνο το δείγμα".... Η ουσία είναι ότι ένιωθα λίγο έμπορος, πέρα από ενεργός ποδοσφαιριστής, κι αυτό μου γέμιζε τη ζωή. Μετά από τους αγώνες που δίναμε στη Θεσσαλονίκη, οι συμπαίκτες μου έφευγαν Δευτέρα με το τρένο για επιστροφή στον Πειραιά, αλλά εγώ έπαιρνα το γνωστό "βαγκόν-λι" με στόχο να εισπράξω ένα επιπλέον χιλιάρικο. Πιτσιρίκος, αλλά από τότε είχα το εμπόριο μέσα μου»…

«Με φωνάζανε και... κυνηγόσκυλο»
 «Αν αγωνιζόμουνα σήμερα, θα έπρεπε να μου δώσουν πεντακόσια εκατομμύρια που λέει ο λόγος. Ήμουν λίγο σκληρός και πολύ γρήγορος και αυτά τα στοιχεία σήμερα θεωρούνται πολύτιμα. Συγγνώμη, δεν ήμουν απλώς ταχύς, ήμουν ο ταχύτερος όσων ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο στην εποχή μου. Και δυναμικός, δεν καταλάβαινα τίποτα. Έντεκα δευτερόλεπτα τα εκατό μέτρα έτρεχα και μάλιστα χωρίς να φοράω αβανταδόρικα παπούτσια. Θυμάμαι τον Τάκη Χατζηιωάννογλου του Εθνικού. Σφαίρα! Τον έβλεπα να τρέχει και χαιρόμουν, τον καμάρωνα γιατί μου θύμιζε τη νιότη μου, μόνο που χτύπαγε με το δεξί την μπάλα, ενώ του λόγου μου ήμουν αυστηρά αριστεροπόδαρος, κλασικά στη θέση του εξτρέμ. Συχνά αντί να τρέχω πήδαγα. Παίζαμε Ελλάς - Σερβία και το κεφάλι μου ακούμπαγε στο ξύλο... Λέγανε οι αντίπαλοι με έκπληξη: "Αυτός δεν είναι κυνηγός, κυνηγόσκυλο είναι"»…

 «Θα κάναμε πάταγο με τον Μηγιάκη»
 «Στον αγώνα της 18ης Μαΐου 1930 με τον Παναθηναϊκό ηττηθήκαμε πανηγυρικά (2-8). Εκεί που δεν το περιμέναμε. Όμως, ήμασταν όλοι μια παρέα. Ακόμα και με τους Παναθηναϊκούς. Με τον θρυλικό Άγγελο Μεσσάρη είχαμε πολύ καλές σχέσεις και κάναμε πλάκες όλη την ώρα.
«Αν εγώ και ο Αντώνης Μηγιάκης (επιθετικός του Παναθηναϊκού) αγωνιζόμασταν σήμερα, θα ήμασταν τα δύο καλύτερα εξτρέμ του πρωταθλήματος. Και οι δυο μαζί θα κοστίζαμε περίπου 1,5 δισ. δρχ. Θα κάναμε πάταγο και θα μας ζητούσαν όλες οι μεγάλες ομάδες»….
 «Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ έναν αγώνα του 1932, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, με την πανίσχυρη και αήττητη τότε ομάδα της Σερβίας. Θυμάμαι ήμουν αρχηγός και ως εκ τούτου υποχρεωμένος να δίνω το παράδειγμα στους άλλους. Έγινε ένα πολύ μεγάλο παιχνίδι, τα δώσαμε όλα, νικήσαμε 2-1 με δικό μου γκολ. Αξέχαστη η στιγμή αυτή, αλλά και οι πανηγυρισμοί που ακολούθησαν»…

«Η περιπέτεια της Κωνσταντινούπολης»
 «Αρχές της δεκαετίας του 1930, ήταν προγραμματισμένος ένας αγώνας του Ολυμπιακού στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γιώργος ανέλαβε την πρωτοβουλία και συγκάλεσε οικογενειακό συμβούλιο. «Γνώμη μου είναι να πάμε στην Τουρκία και να παίξουμε, και αυτό θα βοηθήσει ώστε να συμβιβάσουμε τα πράγματα μήπως και μπορέσουμε να βοηθήσουμε να αποκατασταθεί η φιλία των δύο γειτονικών χωρών» μας είπε... Αγωνιστήκαμε με θάρρος και λεβεντιά, όμως νιώθαμε γύρο μας το μίσος να βράζει. Ένας αστυνομικός θυμάμαι, λίγο πριν βγούμε στο γήπεδο, τράβηξε το πιστόλι του και έκανε πως μας σημαδεύει για να μας σμπαραλιάσει τα νεύρα. Μετά έβγαλε το κλομπ από τη μέση του και χτύπησε τον τερματοφύλακά μας»…

 «Ο φίλος μου ο Βικελίδης κι ο ανεπανάληπτος Δομάζος»

«Όταν ο Ολυμπιακός αντιμετώπιζε τον Άρη, ο προπονητής των Θεσσαλονικέων έβαζε τον Βικελίδη δεξιό χαφ για να με αντιμετωπίζει, ενώ η κανονική του θέση ήταν αριστερό χαφ. Μάχη γιγάντων. Σε έναν αγώνα ο φίλος μου ο Βικελίδης, μου έριξε δύο γερές κλοτσιές, τσατίστηκα και πιαστήκαμε στα χέρια, αλλά μας χώρισε ο αδελφός μου ο Γιώργος και μας συμφιλίωσε. Μετά τον αγώνα θα μαζευόμαστε όλοι οι διεθνείς γιατί θα φεύγαμε για τη Ρουμανία. Πράγματι το βράδυ φύγαμε όλοι μονιασμένοι και εγώ κάθισα δίπλα στον φίλο μου Βικελίδη, έχοντας ξεχάσει και οι δύο το επεισόδιο.
Ο Βικελίδης υπήρξε μεγάλος ποδοσφαιριστής, όπως και ο Μίμης Δομάζος του Παναθηναϊκού, ανεπανάληπτος σε πάθος μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Και ο Σιδέρης ήταν σπουδαίος κυνηγός, πολύ υπολογίσιμος και με στόφα νικητή. Οι νεότεροι έχουν περισσότερες δυνάμεις, γιατί απλώς έχουν περισσότερες προπονήσεις»…

«Ο Ολυμπιακός είναι λατρεία»
 Ο αθλητισμός με έσωσε. Γι’ αυτό και τον αγάπησα. Έχω κάνει πέντε φορές στρατιώτης, δύο ναύτης, ενώ έχω υπηρετήσει και πέντε μήνες στο μέτωπο. Σε όλη μου τη ζωή ουδεμία φορά κάπνισα και ξενύχτησα. Και βέβαια, σημαντικό ρόλο σε όλα έπαιξε ο Ολυμπιακός. Είναι λατρεία. Εμείς τον φτιάξαμε και θα τον αγαπάμε μέχρι να πεθάνουμε»….

«Η ίδρυση του Ολυμπιακού  ...γωνία Αλκιβιάδου και Kαραολή»
 - Πώς ιδρύθηκε ο Ολυμπιακός, κ. Λεωνίδα; Από ποιους και γιατί;
 - Εμπνευστής της ιδέας ήταν ο αδελφός μου ο Γιάννης και από κοντά ο Γιώργος, ο Βασίλης και ο Ντίνος, καθώς κι ένας φίλος μας ονόματι Kαμπέρος, που έδωσε την ιδέα για το όνομα, εμπνεόμενος από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στους ιδρυτές μπορούν να καταταγούν και ο Μανούσκος, βιομήχανος, ο Μαραγκουδάκης, διευθυντής υπουργείου. Οι συνεδριάσεις όπου κυοφορήθηκε η ιδέα έγιναν στην ταβέρνα του Μοίρα, γωνία Αλκιβιάδου και Kαραολή - τώρα έχουν γίνει πολυκατοικίες! Εγώ δεν μπορούσα να πάω. Ημουν τότε 13-14 ετών. Να πας μικρός σε ταβέρνα; Ουουου! Ούτε απέξω δεν πέρναγες! Αμέσως μετά την ίδρυση, το σωματείο νοίκιασε μια ωραία λέσχη στην οδό Kολοκοτρώνη. Εκεί μπορούσα να πάω...
Τότε τα σωματεία ποδοσφαίρου στον Πειραιά ήταν δύο. Η «Πειραϊκή Ένωση» και ο «Εθνικός Όμιλος Φιλάθλων». Εμείς, ως αθλητές του κλασικού αθλητισμού, ξεκινήσαμε από τον «Πειραϊκό Σύνδεσμο». Αποφασίστηκε, λοιπόν, στην ταβέρνα να ιδρυθεί ο Ολυμπιακός. Το όνομα έδωσε ο Kαπέρος, τα χρώματα ο αδελφός μου ο Γιάννης (πατέρας του Ανδρέα, του υπουργού), που είχε δει τη φανέλα με το «κόκκινο-άσπρο» στην Αγγλία, στο Kέμπριτζ. Εκεί όπου αργότερα δίδαξε ο γιος του!"

«Έτσι μπήκα στην ομάδα»
«Σιγά σιγά, παίζαμε και οι πέντε. Τέσσερις κι εγώ πέντε. Παίζαμε ωραίο φούτμπολ, μας είχε δείξει ο αδελφός μου πώς έπαιζαν οι Εγγλέζοι. Συγχρονισμένο φούτμπολ! Kάναμε θεωρία στο σπίτι με τον αδερφό μου τον Γιώργο και μετά πήραμε έναν προπονητή, ονόματι Kοψίβα. Αυτός με έβαλε στην πρώτη ομάδα. Ήμουν 14 χρόνων, χτύπησε ένας Kαραντινός, έξω αριστερά και από δοκιμή, έγινα μόνιμος! Μετά το Φάληρο, όπου υπήρχε το «Ποδηλατοδρόμιο» και παίζαμε στην καρβουνόσκονη, έφτιαξε και ο Παναθηναϊκός γήπεδο, για 8.000 θεατές. Εκεί παίζαμε τα περισσότερα ματς»…. 

«Μακαρόνια Μεγάλη Παρασκευή;»

«Kάποια Σαββατοκύριακα, μέναμε στα ξενοδοχεία, είχε λεφτά τότε ο Μπαρμπαρέσος, εύπορος Πειραιώτης, χορηγός της ομάδας, ας πούμε, όπως και ο Ζαγοραίος. Μέναμε στο Χαλάνδρι, ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Οι αθλητές τρώμε συνήθως στις 11.30. “Τι θα φάμε;”, ρωτάει ο Γιώργος σαν χαμένος τον προπονητή. “Μακαρόνια!”, λέει αυτός. “Τρελάθηκες; Μακαρόνια Μεγάλη Παρασκευή;”. Δημιουργήθηκε πρόβλημα και κλήθηκε... ο δεσπότης της περιοχής. “Ε!”, λέει, “τα παιδιά, δεν πειράζει, είναι αθλητές, πρέπει να κερδίσει και η ομάδα μας, μπορούν να φάνε και κρέας”!  Αποκλείεται, λέει ο Γιώργος. Μεγάλη Παρασκευή σπίτι μου, δεν είχε ούτε φακή η μάνα μου! Μια νερόσουπα το βράδυ, ούτε λάδι ούτε χαλβά”!
Ο ξενοδόχος έφερε κάτι φιλέτα. Πήγα να φάω κι εγώ. Ο Γιώργος θηρίο! “Πώς θα παίζω, ρε Γιώργο; Ώρες θα τρέχω. Μπορώ να κρατηθώ με τα μακαρόνια;. Έφαγα. Kαι στον αγώνα, σε μια διεκδίκηση της μπάλας, πέφτω πάνω στη δοκό και παθαίνω εσωτερική αιμορραγία! Έμεινα 20 μέρες στον «Ευαγγελισμό», ξάπλα! Από τότε, δεν μπαίνει κατσαρόλα σπίτι Μεγάλη Παρασκευή!».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου